άσχημα
επίρρημα1. Με τρόπο που προκαλεί δυσάρεστη ή απογοητευτική αισθητική εντύπωση.
2. Με τρόπο που οδηγεί σε ανεπιθύμητο ή μη ικανοποιητικό αποτέλεσμα για μια κατάσταση ή εξέλιξη.
3. Με ένταση ή τρόπο που προκαλεί πόνο, βλάβη ή σοβαρή δυσφορία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσα άσχημα μετά τη συζήτηση.
- Τα πράγματα πήγαν άσχημα στη συνέντευξη.
- Η παλιά σοφίτα μυρίζει άσχημα.
- Τον μάλωσε και εκείνος απάντησε άσχημα.
- Έσπασε το πόδι του και τραυματίστηκε άσχημα.