άνεμος

ουσιαστικό

1. Κίνηση μαζών αέρα στην ατμόσφαιρα που προκαλείται από διαφορές θερμοκρασίας και πίεσης και εκδηλώνεται ως ροή αέρα.

2. Ροή αέρα με συγκεκριμένη ένταση και κατεύθυνση σε μια περιοχή, αντιλαμβανόμενη ως ελαφρύς ή δυνατός άνεμος.

Συνώνυμα

αέρας αεράκι πνοή αύρα πνεύμα μελτέμι βοριάς νοτιάς ζέφυρος γαρμπής σιρόκος λαίλαπα θύελλα τυφώνας μπάτης βορέας νότος εύρος τρικυμία αέριο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο άνεμος φυσάει δυνατά σήμερα.
  • Ένας δροσερός άνεμος ανακούφισε τη ζέστη του καλοκαιριού.
  • Μπήκε άνεμος από το ανοιχτό παράθυρο και έσβησε το κερί.
  • Στα πανιά του σκάφους ο άνεμος ήταν σταθερός και τους έφερε γρήγορα στον προορισμό.
  • Στην εταιρεία πνέει νέος άνεμος μετά τις πρόσφατες αλλαγές στη διοίκηση.