νότος
ουσιαστικό1. Γεωγραφική κατεύθυνση στον ορίζοντα που δείχνει προς τον νότιο πόλο και χρησιμοποιείται για τον προσανατολισμό σε χάρτες, πλοήγηση και τοποθεσίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προχώρα προς τον νότο για να βρεις το λιμάνι.
- Σήμερα το πρωί πνέει ισχυρός νότος, γι' αυτό ακυρώθηκαν τα δρομολόγια.
- Τα νησιά του νότου έχουν πιο ήπιο χειμώνα.
- Μας έπιασε καταιγίδα με νότο, οπότε αναζητήσαμε καταφύγιο.
- Στην ποίηση συχνά ο νότος συμβολίζει τη ζέστη και το πάθος.