σκυλίτσα
ουσιαστικό1. Θηλυκό σκυλί, συνήθως μικρό ή νεαρό, ονομασία που χρησιμοποιείται ως υποκοριστικό ή τρυφερός τρόπος αναφοράς σε θηλυκό σκύλο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σκυλίτσα μου κοιμάται στον ήλιο.
- Βρήκα μια τραυματισμένη σκυλίτσα στο δρόμο και την πήγα στον κτηνίατρο.
- Η σκυλίτσα της γειτόνισσας γαυγίζει κάθε βράδυ.
- Μικρή και τρυφερή, η σκυλίτσα καθόταν στην αγκαλιά της.
- Τη σκυλίτσα την ονόμασαν Λόλα επειδή είναι παιχνιδιάρα.