πουλί
ουσιαστικόΖώο της κλάσης των πτηνών (Aves), σπονδυλωτό και θερμόαιμο, καλυμμένο με φτερά και εξοπλισμένο με ράμφος αντί δοντιών, που γεννά αβγά με σκληρό κέλυφος και διαθέτει πτέρυγες οι οποίες σε πολλά είδη επιτρέπουν την πτήση, ενώ προσαρμόζεται σε ποικίλα οικοσυστήματα και παρουσιάζει μεγάλη μορφολογική και συμπεριφοριστική ποικιλία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πουλί πέταξε πάνω από την αυλή.
- Βλέπω ένα πουλί στο παράθυρο κάθε πρωί.
- Άκουσα το πουλί να κελαηδάει πριν ξημερώσει.
- Κρατούσε στο χέρι του ένα μικρό πουλί μέχρι να το απελευθερώσει.
- Ένιωθε ελεύθερος σαν πουλί.