σεξουαλικός
επίθετο1. Που αφορά το φύλο, τη σεξουαλική συμπεριφορά, τις σχέσεις ή τις συναισθηματικές και σωματικές εκδηλώσεις σχετικές με το σεξ.
2. Που προκαλεί ή εκφράζει σεξουαλικό ενδιαφέρον, επιθυμία ή έλξη.
Συνώνυμα
ερωτικός αισθησιακός συνουσιακός σέξι σεξουαλιστικός σεξουαλικοποιημένος ηδονικός ερωτογενής ξεκωλιάρης
Αντώνυμα
ασεξουαλικός παρθενικός
Παραδείγματα χρήσης
- Η σεξουαλική αναπαραγωγή περιλαμβάνει ανταλλαγή γενετικού υλικού.
- Ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι μέρος της ταυτότητας κάθε ατόμου.
- Πολλές χώρες έχουν νομοθεσία για την προστασία από τη σεξουαλική παρενόχληση.
- Υπάρχει συζήτηση για τη διάκριση ανάμεσα στην σεξουαλική και στη συναισθηματική έλξη.
- Ο σχολιασμός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήταν ιδιαίτερα σεξουαλικός και ακατάλληλος για ανηλίκους.