ψιθυριστά
άλλοΜε χαμηλή φωνή, σχεδόν αθόρυβα, έτσι ώστε να ακούγεται μόνο από πολύ κοντινή απόσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μίλησε ψιθυριστά για να μην τους ακούσουν οι άλλοι.
- Το παιδί ρώτησε ψιθυριστά τι ώρα θα φύγουν.
- Στην αίθουσα όλοι συζητούσαν ψιθυριστά πριν αρχίσει η παράσταση.
- Η γιαγιά του είπε ψιθυριστά ένα μυστικό.
- Περπάτησαν ψιθυριστά για να μην ξυπνήσουν το μωρό.