χόρτο
ουσιαστικό1. Φυτική βλάστηση χαμηλού ύψους, αποτελούμενη κυρίως από αγρωστώδη και άλλα μη ξυλώδη φυτά, που καλύπτει εκτάσεις γης και σχηματίζει χλοοτάπητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το χόρτο στο πάρκο είναι βρεγμένο από τη δροσιά.
- Δώσαμε χόρτο στα άλογα πριν το σούρουπο.
- Ο αστυνομικός βρήκε χόρτο στο πορτοφόλι του υπόπτου.
- Πρέπει να βγάλεις το χόρτο που φυτρώνει ανάμεσα στις πέτρες.
- Το παιδί κάθισε πάνω στο χόρτο για να ξεκουραστεί.
- Το χόρτο στο γήπεδο χρειάζεται κούρεμα πριν τον αγώνα.