δέντρο
ουσιαστικόΦυτό πολυετές με ξυλώδη, μόνιμη δομή, συνήθως με έναν κεντρικό κορμό που διακλαδίζεται σε κλαδιά και φύλλα, το οποίο αναπτύσσεται πάνω από το έδαφος, παράγει άνθη και καρπούς και συμβάλλει στη συγκράτηση του εδάφους και στη διατήρηση του οικοσυστήματος.
Συνώνυμα
δένδρο δεντράκι πλάτανος πεύκο έλατο κυπαρίσσι ελιά βελανιδιά καρυδιά μηλιά αχλαδιά κερασιά σφένδαμος οξιά ιτιά ακακία μυρτιά φιστικιά δενδρύλλιο φυτό
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το δέντρο της αυλής είναι ψηλό και παλιό.
- Κάτσαμε κάτω από το δέντρο για να προφυλαχτούμε από τον ήλιο.
- Έκοψαν το δέντρο που έπαιρνε τη θέα από το παράθυρο.
- Στο μάθημα της πληροφορικής μάθαμε τι είναι ένα δέντρο ως δομή δεδομένων.
- Το δέντρο της οικογένειας δείχνει τις γενιές και τους δεσμούς ανάμεσά τους.