άμμος

ουσιαστικό

1. Χαλαρό, λεπτόκοκκο υλικό αποτελούμενο από μικρούς κόκκους πετρωμάτων και ορυκτών, κυρίως χαλαζία, που προέρχονται από μηχανική διάβρωση και αποσάθρωση.

Συνώνυμα

ψαμμός αμμουδιά χαλίκι κροκάλι σκόνη χώμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η άμμος στην παραλία καίει τα πόδια το καλοκαίρι.
  • Χρειάστηκαν δύο φορτία άμμου για να φτιάξουν το σκυρόδεμα.
  • Οι άμμοι της ερήμου δημιουργούν μεγάλους αμμόλοφους.
  • Ο χρόνος γλιστράει σαν άμμος μέσα από τα δάχτυλά μας.
  • Έριξαν άμμο στην παιδική χαρά πριν το καλοκαίρι.