χλωμός

επίθετο

1. Που παρουσιάζει ανοιχτή ή εξασθενημένη απόχρωση, με μειωμένη ένταση χρώματος σε δέρμα, πρόσωπο ή αντικείμενα.

2. Που φανερώνει έλλειψη ζωτικότητας, κόπωση ή ασθένεια, εμφανίζοντας θαμπή όψη και μειωμένη αιμάτωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

ροδαλός ρόδινος ερυθρωπός ερυθρός υγιής εύρωστος σκούρος μαύρος μαύρο χτυπητός

Παραδείγματα χρήσης

  • Η Μαρία ήταν χλωμή μετά το ατύχημα.
  • Το φεγγαρόφωτο έριχνε ένα χλωμό φως πάνω στη θάλασσα.
  • Τα φύλλα την άνοιξη ήταν χλωμά και τρυφερά.
  • Ο Γιάννης έμεινε χλωμός όταν άκουσε τα νέα.
  • Η ελπίδα του για συμφωνία φαινόταν χλωμή.