χλαμύδα
ουσιαστικό1. Κοντό εξωτερικό ένδυμα ή μανδύας της αρχαίας Ελλάδας, συνήθως ένα κομμάτι υφάσματος που στερεωνόταν στον έναν ώμο με πόρπες ή αγκράφες και φοριόταν από άνδρες (ιδιαίτερα ιππείς) και αξιωματούχους ως προστατευτική ή διακοσμητική επίστρωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η χλαμύδα του αρχαίου στρατηγού ήταν διακοσμημένη με χρυσά κεντήματα.
- Φόρεσε μια χλαμύδα για να προστατευτεί από το κρύο του βουνού.
- Στο μουσείο της πόλης εκτίθενται πολλές χλαμύδες της ελληνιστικής εποχής.
- Στην παράσταση η ηθοποιός εμφανίστηκε φορώντας μια επιβλητική χλαμύδα.
- Η ομίχλη απλώθηκε σαν χλαμύδα, σκεπάζοντας τα πάντα γύρω.