χαστουκίζω
ρήμα1. Χτυπάω κάποιον με ανοιχτή παλάμη, συνήθως στο πρόσωπο, προκαλώντας στιγμιαίο πόνο.
2. Μεταφορικά, προκαλώ σε κάποιον έντονη δημόσια ταπείνωση ή προσβολή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ποτέ δεν χαστουκίζω κανέναν, ακόμα κι αν με προσβάλλουν.
- Όταν θυμώνει, εκείνος χαστουκίζει τους άλλους χωρίς δεύτερη σκέψη.
- Η ήττα χαστουκίζει την αυτοπεποίθηση της ομάδας.
- Τα κύματα συχνά χαστουκίζουν την προβλήτα μετά τη θύελλα.
- Μην αφήσεις τον θυμό να σε οδηγήσει στο να χαστουκίζεις κάποιον που αγαπάς.