χαμογελάω
ρήμα1. Παράγω ένα χαμόγελο με τους μύες του προσώπου, κυρίως των χειλιών και των ματιών, ως έκφραση ήπιας ευχαρίστησης, ικανοποίησης ή φιλικής διάθεσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
σκυθρωπιάζω κατσουφιάζω μουτρώ κλαίω αναστενάζω δακρύζω αγριεύω σοβαρεύομαι μουντώνω πονάω θυμώνω στεναχωριέμαι στενοχωρούμαι
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν τον βλέπω, χαμογελάω.
- Στη φωτογραφία της βάπτισης χαμογελάω για την κάμερα.
- Στη συνέντευξη χαμογελάω για να δείξω ευγένεια.
- Παρά τη λύπη μου, πολλές φορές χαμογελάω για να μην ανησυχούν οι άλλοι.
- Όταν ακούω ένα αστείο, συχνά χαμογελάω αυτόματα.