χάραμα
ουσιαστικόΗ πολύ πρώιμη ώρα της ημέρας, λίγο πριν ή μόλις αρχίσει να ανατέλλει ο ήλιος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ξεκινήσαμε το ταξίδι με το χάραμα.
- Το χάραμα της Κυριακής βρήκε το χωριό ήσυχο.
- Περίμενε ως το χάραμα για να φύγει.
- Με το πρώτο χάραμα, τα πουλιά άρχισαν να κελαηδούν.
- Το χάραμα φώτισε σιγά σιγά τον ορίζοντα.