φόνος

ουσιαστικό

1. Πράξη κατά την οποία αφαιρείται η ζωή ενός ανθρώπου, συνήθως με πρόθεση και με παράνομο τρόπο, που συνιστά βαριά ποινική πράξη.

2. Το αποτέλεσμα αυτής της πράξης, δηλαδή ο θάνατος που προκλήθηκε από ενέργεια τρίτου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο φόνος έγινε το βράδυ κοντά στο πάρκο.
  • Κατηγορείται για φόνο μετά τη σύγκρουση.
  • Ο εισαγγελέας χαρακτήρισε το περιστατικό ως φόνο.
  • Στη θεατρική παράσταση παρουσιάστηκε ο φόνος της βασίλισσας.
  • Οι αστυνομικές αρχές ανακοίνωσαν ότι οι φόνοι στην περιοχή μειώθηκαν.