φωτιά

ουσιαστικό

1. Φαινόμενο γρήγορης χημικής οξείδωσης που εκλύει φως, θερμότητα και καυσαέρια, ορατό συνήθως ως φλόγες και ικανό να μετασχηματίζει ή να καταστρέφει υλικά μέσω καύσης.

Συνώνυμα

πυρ φλόγα πυρκαγιά πυρά φλόγισμα φλογίδα φλογίτσα σπίθα καιγμός καύση πυροβολισμός σπίρτο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάνουμε φωτιά για να ζεσταθούμε το βράδυ.
  • Η φωτιά κατέστρεψε το παλιό σπίτι.
  • Η φωτιά στην κουζίνα πήρε γρήγορα μεγάλες διαστάσεις.
  • Οι πυροσβέστες έσβησαν την φωτιά στο δάσος πριν εξαπλωθεί.
  • Η συναυλία ήταν φωτιά, το κοινό ενθουσιάστηκε.