φρίττω
ρήμαΝιώθω έντονο φόβο, αηδία ή αποστροφή και συχνά αντιδρώ με ανατρίχιασμα ή σωματική ταραχή.
Συνώνυμα
ανατριχιάζω φρίττομαι αναγουλιάζω αηδιάζω ανατριχιάζομαι τρομάζω τρέμω τρομάζομαι τριχιάζω χλομιάζω σπαρταρώ φοβάμαι φρικάρω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε φορά που ακούω εκείνο το νέο, φρίττω από τον φόβο.
- Η μητέρα φρίττει στη σκέψη ότι μπορεί να πάθει κάτι το παιδί της.
- Όταν είδε την καταστροφή, οι τρίχες του φρίτταξαν.
- Φρίττουμε στη θέα αυτής της αδικίας.
- Οι μαθητές φρίττουν όταν τους μιλούν έτσι με αγένεια.