φλέγομαι
ρήμα1. Βρίσκομαι σε κατάσταση όπου υπάρχει φωτιά ή φλόγα πάνω σε αντικείμενο ή σώμα, με έκλυση θερμότητας και πιθανή καταστροφή ή βλάβη του υλικού.
Συνώνυμα
καίγομαι ψήνομαι ποθώ επιθυμώ λαχταρώ ενθουσιάζομαι φλογίζομαι πυρακτώνομαι διεγείρομαι ανάβω παθιάζομαι πυρετώνομαι σπαράζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς, φλέγομαι και προσπαθώ να βγω έξω.
- Φλέγομαι να μάθω τα αποτελέσματα των εξετάσεων.
- Για εκείνη φλέγομαι ακόμη, παρά τα χρόνια που πέρασαν.
- Φλέγομαι από οργή όταν αδικούνται οι αδύναμοι.
- Με το υψηλό πυρετό, φλέγομαι και νιώθω εξαντλημένος.