φιλοξενούμενος

ουσιαστικό

Πρόσωπο που γίνεται δεκτό και παραμένει προσωρινά σε ξένο σπίτι, χώρο ή εγκατάσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο φιλοξενούμενος έφτασε νωρίς το απόγευμα.
  • Η φιλοξενούμενη παρέμεινε στο σπίτι μας για δύο μέρες.
  • Οι φιλοξενούμενοι παρακολούθησαν τη συνέντευξη μετά το δελτίο ειδήσεων.
  • Ως φιλοξενούμενος σε άλλο κανάλι, μίλησε για το νέο του βιβλίο.
  • Η ομάδα έπαιξε ως φιλοξενούμενη στο γήπεδο του αντιπάλου.