φέρνομαι
ρήμα1. Εκδηλώνω μέσω λόγων, πράξεων ή στάσης τον τρόπο με τον οποίο ενεργώ ή αντιδρώ απέναντι σε πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις.
2. Υποβάλλομαι σε συγκεκριμένη μεταχείριση από άλλους, δηλαδή δέχομαι τρόπο αντιμετώπισης ή συμπεριφορά που μου επιφυλάσσουν.
Συνώνυμα
συμπεριφέρομαι μεταχειρίζομαι αντιμετωπίζομαι αντιμετωπίζω πράττω ενεργώ δρω στέκομαι κοστολογούμαι τιμολογούμαι προσφέρομαι διατίθεμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η Μαρία πάντα φέρεται ευγενικά προς τους πελάτες.
- Στην καινούρια δουλειά φερόμουν σαν ίσος συνεργάτης.
- Τα παιδιά χτες φέρθηκαν άσχημα στο μάθημα.
- Η υπόθεση φέρεται στο δικαστήριο την επόμενη εβδομάδα.
- Να φέρεσαι με ειλικρίνεια σε όλες τις συζητήσεις.