φάκελος
ουσιαστικό1. Χαρτί, πλαστικό ή άλλο λεπτό υλικό διαμορφωμένο ώστε να περιβάλλει και να προστατεύει γράμματα, έγγραφα ή μικρά αντικείμενα κατά την αποστολή ή φύλαξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έβαλα την επιστολή μέσα στον φάκελο και την ταχυδρόμησα.
- Άνοιξε τον φάκελο στον υπολογιστή για να δεις τα αρχεία.
- Ο δικηγόρος διάβασε τον φάκελο της υπόθεσης πριν από τη δίκη.
- Ο γιατρός συμβουλεύτηκε τον φάκελο του ασθενούς με τα αποτελέσματα των εξετάσεων.
- Έβαλα όλα τα συμβόλαια στους φακέλους του γραφείου.