υψώνω
ρήμα1. Μετακινώ ή σηκώνω κάτι από χαμηλότερη σε ψηλότερη θέση, συνήθως με σκοπό να το τοποθετήσω ψηλότερα.
2. Αυξάνω το ύψος, το επίπεδο ή την ένταση ενός μεγέθους ή φαινομένου (π.χ. στάθμη, τιμή, φωνή).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ υψώνω τη σημαία στην κορυφή του ιστού.
- Κάθε πρωί υψώνω το βλέμμα μου προς τον ουρανό.
- Στο εργοτάξιο υψώνω έναν νέο ουρανοξύστη.
- Όταν θυμώνω, υψώνω τη φωνή μου για να με ακούσουν.
- Σε δύσκολες στιγμές υψώνω το ανάστημά μου και δεν υποχωρώ.