υπόδειγμα
ουσιαστικό1. Αντικείμενο, κατασκευή ή αναπαράσταση που παρουσιάζει χαρακτηριστικά, μορφή ή λειτουργία άλλων όμοιων πραγμάτων και χρησιμοποιείται για οπτική εξήγηση ή επίδειξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η νέα πολιτική αποτέλεσε υπόδειγμα διαφάνειας για άλλους οργανισμούς.
- Ο καθηγητής έδωσε ένα υπόδειγμα λύσης για την άσκηση.
- Ζήτησα από το γραφείο ένα υπόδειγμα της φόρμας αίτησης.
- Στον διαγωνισμό αναδείχτηκε ως υπόδειγμα συμπεριφοράς.
- Τα υποδείγματα στη μελέτη δείχνουν διαφορετικές προσεγγίσεις.