υποκριτικός
επίθετοΠου δείχνει συμπεριφορά, λόγια ή στάση τα οποία δεν συμφωνούν με τα αληθινά αισθήματα, τις πεποιθήσεις ή τις προθέσεις του.
Συνώνυμα
ψεύτικος προσποιητός δόλιος πλαστός ανειλικρινής διπρόσωπος κάλπικος επιτηδευμένος εξαπατητικός υποκριμένος θεατρινίστικος ανέντιμος απατηλός ψεύτικο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμπεριφορά του ήταν υποκριτικός και φαινόταν να κρύβει τις πραγματικές του προθέσεις.
- Η υποκριτικός στάση του απέναντι στους άλλους τους ενόχλησε πολύ.
- Παρουσίασε ένα υποκριτικός χαμόγελο για να καλύψει την αμηχανία του.
- Δεν μου αρέσει όταν κάποιος γίνεται υποκριτικός μόνο και μόνο για να αρέσει στους άλλους.
- Η κριτική του ακούστηκε υποκριτικός, αφού ο ίδιος έκανε ακριβώς το ίδιο.
- Ήταν μια υποκριτικός προσπάθεια να δείξει ενδιαφέρον ενώ στην πραγματικότητα δεν τον ένοιαζε.