υποκατάστημα
ουσιαστικό1. Μονάδα επιχείρησης ή οργανισμού που λειτουργεί σε διαφορετική τοποθεσία από την κεντρική διοίκηση και προσφέρει προϊόντα ή υπηρεσίες υπό την εποπτεία και τους κανόνες της κύριας εγκατάστασης.
Συνώνυμα
παράρτημα κλάδος παρακλάδι κατάστημα γραφείο αντιπροσωπεία βραχίονας πρακτορείο μονάδα υπομονάδα τμήμα διεύθυνση σκέλος θυγατρική ταχυδρομείο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το υποκατάστημα της τράπεζας στην πλατεία θα είναι κλειστό το Σάββατο.
- Άνοιξαν ένα νέο υποκατάστημα στο εμπορικό κέντρο.
- Επισκέφτηκα το υποκατάστημα για να παραλάβω την παραγγελία.
- Κάθε υποκατάστημα υποβάλλει μηνιαίες αναφορές στην κεντρική διοίκηση.
- Το υποκατάστημα του υπουργείου στην επαρχία παρέχει υπηρεσίες εξυπηρέτησης πολιτών.