ταχυδρομείο
ουσιαστικό1. Υπηρεσία ή φορέας που οργανώνει και παρέχει τη συλλογή, μεταφορά, ταξινόμηση και διανομή επιστολών, δεμάτων και άλλων ταχυδρομικών αντικειμένων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πήγα στο ταχυδρομείο για να στείλω ένα γράμμα.
- Το πακέτο στάλθηκε με το ταχυδρομείο και θα φτάσει αύριο.
- Το ταχυδρομείο ανακοίνωσε αλλαγές στο ωράριο λειτουργίας.
- Έλαβα ειδοποίηση από το ταχυδρομείο για να παραλάβω το δέμα.
- Χρησιμοποίησε το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο για την αποστολή του αρχείου.