υπνάκος

ουσιαστικό

1. Σύντομη, επιφανειακή ανάπαυση κατά την οποία το άτομο χάνει προσωρινά την επαγρύπνηση και αποκοιμιέται για λίγα λεπτά, συνήθως κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Συνώνυμα

υπνάκι υπνάρισμα κοιμησούλα σνούζ ύπνος νύστα υπνηλία χουζούρι λήθαργος νάρκη ανάπαυση χαλάρωση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έκανα έναν υπνάκο μετά το μεσημεριανό φαγητό.
  • Μην κάνεις υπνάκο τώρα, έχουμε δουλειά.
  • Ο υπνάκος στο λεωφορείο έχασε τη στάση του.
  • Το πρότζεκτ έπεσε σε υπνάκο όταν κόπηκε η χρηματοδότηση.
  • Μετά το παιχνίδι οι μικροί υπνάκοι κοιμήθηκαν στον καναπέ.