τρόλεϊ
ουσιαστικό1. Όχημα αστικής συγκοινωνίας που κινείται σε δρόμο και τροφοδοτείται με ηλεκτρική ενέργεια από υπερκείμενα καλώδια μέσω αρπάγων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πήρα το τρόλεϊ για να φτάσω στο κέντρο της πόλης.
- Το τρόλεϊ έμεινε χωρίς ρεύμα και οι επιβάτες περίμεναν στο δρόμο.
- Στο αεροδρόμιο φόρτωσαν τις βαλίτσες σε ένα τρόλεϊ για να τις μεταφέρουν.
- Το νοσηλευτικό προσωπικό έφερε τα φάρμακα με ένα τρόλεϊ στο δωμάτιο του ασθενή.
- Στο εστιατόριο σερβίρουν τα γλυκά από ένα μικρό τρόλεϊ δίπλα στο τραπέζι.