τροφοδοσία
ουσιαστικό1. Παροχή και διάθεση τροφής, νερού ή άλλων απαραίτητων υλικών για τη συντήρηση ανθρώπων, ζώων ή συσκευών.
2. Η διαδικασία με την οποία ένα σύστημα ή μηχάνημα παίρνει την απαραίτητη ενέργεια ή υλικό για να λειτουργήσει.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τροφοδοσία του εργοστασίου διακόπηκε για λίγα λεπτά λόγω βλάβης.
- Το σύστημα χρειάζεται συνεχή τροφοδοσία με ηλεκτρική ενέργεια για να λειτουργεί σωστά.
- Η σωστή τροφοδοσία του οργανισμού είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη των παιδιών.
- Η επιτυχία της επιχείρησης εξαρτάται από την αδιάλειπτη τροφοδοσία πρώτων υλών.