τρικυμία
ουσιαστικό1. Μεγάλη θαλασσοταραχή με ισχυρούς ανέμους και υψηλά, ορμητικά κύματα που δυσκολεύουν ή καθιστούν επικίνδυνη την πλεύση.
2. Έντονη αναστάτωση ή χάος σε κοινωνικό, πολιτικό ή προσωπικό επίπεδο που προκαλεί διαταραχή της ομαλής λειτουργίας.
Συνώνυμα
θύελλα καταιγίδα θυελλοκαταιγίδα λαίλαπα μπουρίνι κακοκαιρία αναταραχή αναστάτωση ταραχή σάλος αναβρασμός χάος άνεμος τσίρκο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τρικυμία ξέσπασε ξαφνικά και το πλοίο αγωνιζόταν να κρατηθεί.
- Οι ναυτικοί περιέγραψαν την προηγούμενη νύχτα ως τρικυμία.
- Στην τελευταία συνεδρίαση ξέσπασε τρικυμία στη Βουλή λόγω του νέου νομοσχεδίου.
- Μέσα στην τρικυμία των συναισθημάτων της, δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά.
- Όλη αυτή η φασαρία ήταν τρικυμία σε ποτήρι νερό.