τριγύρω

επίρρημα

1. Σε θέση ή περιοχή που περιβάλλει ή βρίσκεται κοντά σε ένα σημείο ή αντικείμενο, στον περιβάλλοντα χώρο.

2. Με κίνηση γύρω από ένα σημείο ή μέσα στην περιφέρεια ενός χώρου, χωρίς απαραίτητα σταθερή κατεύθυνση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Υπήρχαν μικρά μαγαζιά τριγύρω.
  • Περπατούσε τριγύρω στην πλατεία για ώρες.
  • Κοίταξε τριγύρω πριν περάσει το δρόμο.
  • Η συνάντηση κράτησε τριγύρω δύο ώρες.
  • Μένουμε τριγύρω από το σχολείο, οπότε πηγαίνουμε πεζοί.