τοίχος

ουσιαστικό

1. Κατακόρυφη κατασκευή από τούβλα, πέτρα, σκυρόδεμα ή άλλο υλικό που ορίζει ή χωρίζει χώρους, στηρίζει δομικά στοιχεία και προστατεύει από εξωτερικές επιδράσεις.

Συνώνυμα

τοίχωμα τείχος τοιχίο μάντρα ντουβάρι παραπέτασμα παραπέτα περίφραξη διαχωριστικό οχύρωμα πέτασμα φράχτης φράγμα φραγμός ανάχωμα περίβλημα κάγκελο τοιχισμός τοιχοποιία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο τοίχος του σαλονιού χρειάζεται βάψιμο.
  • Κρεμάσαμε τον πίνακα στον τοίχο δίπλα στην πόρτα.
  • Οι τοίχοι της παλιάς πόλης ήταν γεμάτοι επιγραφές.
  • Έπεσα πάνω σε τοίχο όταν προσπάθησα να λύσω το πρόβλημα.
  • Έγραψε ένα μήνυμα στον τοίχο του φίλου του.