τζιπ
ουσιαστικό1. Μικρό, ανθεκτικό αυτοκίνητο τετρακίνησης, σχεδιασμένο για κίνηση σε δύσβατο έδαφος και ικανό για εκτός δρόμου διαδρομές.
2. Στρατιωτικό ή βοηθητικό όχημα προοριζόμενο για μεταφορά προσωπικού και εξοπλισμού σε ανώμαλες συνθήκες εδάφους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το τζιπ ανέβηκε εύκολα στο κακοτράχαλο μονοπάτι.
- Ενοικιάσαμε ένα τζιπ για το σαββατοκύριακο στο βουνό.
- Τα τζιπ της ομάδας διάσωσης έφτασαν πρώτα στο πλημμυρισμένο χωριό.
- Ο γείτονάς μας επισκεύασε το τζιπ του στην αυλή.
- Οι διαφημίσεις παρουσίαζαν το τζιπ ως σύμβολο ελευθερίας και περιπέτειας.