τελικώς
επίρρημα1. Επισημαίνει ότι κάτι συμβαίνει στο τέλος μιας διαδικασίας, σειράς γεγονότων ή συλλογισμού, υπογραμμίζοντας το τελικό αποτέλεσμα ή το συμπέρασμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά από πολλές σκέψεις, τελικώς αποφάσισα να αποδεχθώ την πρόταση.
- Οι εξετάσεις ήταν δύσκολες, αλλά τελικώς πέρασα με καλό βαθμό.
- Πίστευα ότι θα καθυστέρησε, όμως τελικώς ήρθε στην ώρα του.
- Συζητήσαμε για ώρες και τελικώς βρήκαμε μια λύση που βόλευε όλους.
- Η συνάντηση δεν είχε κανένα αποτέλεσμα και τελικώς ακυρώθηκε.