σύνορο

ουσιαστικό

1. Γραμμή ή ζώνη που διαχωρίζει δύο ή περισσότερα κράτη, διοικητικές ενότητες ή γεωγραφικές περιοχές, καθορίζοντας την έκταση κυριαρχίας, δικαιοδοσίας ή ελέγχου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το σύνορο μεταξύ των δύο χωρών παραμένει κλειστό.
  • Πέρασαν το σύνορο μετά από αυστηρό έλεγχο διαβατηρίων.
  • Τα σύνορα του οικοπέδου έχουν χαραχθεί με φράχτη.
  • Η νέα συμφωνία καθόρισε το σύνορο και τους όρους συνεργασίας.
  • Η τέχνη συχνά κινείται στο σύνορο ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία.