σύμβολο
ουσιαστικό1. Αντικείμενο, εικόνα, σχήμα ή γραφικό στοιχείο που χρησιμοποιείται για να αναπαραστήσει ή να δηλώσει μια ιδέα, έννοια, πρόσωπο ή κατάσταση πέρα από την κυριολεκτική του μορφή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το περιστέρι είναι σύμβολο της ειρήνης.
- Το σύμβολο '+' υποδεικνύει πρόσθεση.
- Ο σταυρός έγινε σύμβολο της χριστιανικής πίστης.
- Η σημαία έγινε σύμβολο της εθνικής ενότητας.
- Η νίκη του θεωρήθηκε σύμβολο ελπίδας για πολλούς.