σχολιασμός

ουσιαστικό

1. Πράξη ή αποτέλεσμα της έκφρασης γνώμης, παρατήρησης ή αξιολόγησης για ένα κείμενο, γεγονός, εικόνα ή ιδέα.

2. Σύνολο σύντομων σημειώσεων ή παρατηρήσεων προσαρτημένων σε κείμενο ή παρουσίαση με σκοπό την εξήγηση, τη διευκρίνιση ή την κριτική.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο σχολιασμός του καθηγητή έκανε το κείμενο πιο κατανοητό.
  • Ο σχολιασμός του αγώνα στην τηλεόραση κράτησε το ενδιαφέρον των θεατών.
  • Ένας αιχμηρός σχολιασμός στο άρθρο προκάλεσε αντιδράσεις.
  • Ο σχολιασμός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήταν καταιγιστικός.
  • Ο σχολιασμός στο περιθώριο του χειρογράφου βοήθησε στην τελική επιμέλεια.