συνθετικό
επίθετο1. Που προκύπτει από τη σύνθεση ή συνένωση δύο ή περισσοτέρων μερών και παρουσιάζει σύνθετη δομή.
2. Που έχει μη φυσική προέλευση ή παραχθεί με χημική ή βιομηχανική επεξεργασία (για υλικά, πολυμερή ή ουσίες).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το συνθετικό της λέξης 'αεροπλάνο' είναι το 'αερο'.
- Το σακάκι είναι φτιαγμένο από συνθετικό ύφασμα και αντέχει στη βροχή.
- Αυτό το συνθετικό χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη στην παραγωγή πλαστικών.
- Δημιούργησαν ένα συνθετικό σύνολο δεδομένων για την εκπαίδευση του αλγορίθμου.
- Το στούντιο έφτιαξε ένα συνθετικό ηχόχρωμα για το ηλεκτρονικό κομμάτι.