συνδιαλέγομαι
ρήμα1. Προβαίνω σε προφορική ή γραπτή ανταλλαγή απόψεων, πληροφοριών ή ερωτήσεων με ένα ή περισσότερα πρόσωπα μέσα σε διάλογο.
2. Συμμετέχω σε συζήτηση με στόχο την κατανόηση, την επίλυση διαφορών ή την από κοινού λήψη αποφάσεων.
Συνώνυμα
συνομιλώ συζητώ μιλάω μιλώ επικοινωνώ συζητάω διαλέγομαι κουβεντιάζω συνεννοούμαι αλληλεπιδρώ τσατάρω διαπραγματεύομαι σχεδιάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά συνδιαλέγομαι με φίλους για τα νέα της ημέρας.
- Στην ομάδα εργασίας συνδιαλέγομαι με τους συναδέλφους για στρατηγικές και λύσεις.
- Όταν διαβάζω ένα μυθιστόρημα, συνδιαλέγομαι με τους χαρακτήρες και τις ιδέες τους.
- Σε δύσκολες στιγμές συνδιαλέγομαι με τον εαυτό μου για να βρω τι πραγματικά θέλω.
- Σε δημόσιο διάλογο συνδιαλέγομαι με επιχειρήματα και σεβασμό.