συγκροτούμαι
άλλο1. Οργανώνομαι σε σύνολο με συγκεκριμένη δομή, διάταξη ή σύνθεση.
2. Αποτελούμαι από επιμέρους στοιχεία που συνδέονται μεταξύ τους για να σχηματίσουν ενιαίο σύνολο.
3. Συγκεντρώνομαι και παίρνω ορισμένη μορφή ή υπόσταση.
Συνώνυμα
σχηματίζομαι συντίθεμαι συνέρχομαι οργανώνομαι αποτελούμαι συγκεντρώνομαι μαζεύομαι συσπειρώνομαι ενοποιούμαι συνενώνομαι διαμορφώνομαι συμμαζεύομαι αποτελώ σταθεροποιούμαι ενώνομαι
Αντώνυμα
διαλύομαι σκορπίζομαι διασκορπίζομαι διασπείρομαι αποσυντίθεμαι αποδιοργανώνομαι πανικοβάλλομαι καταρρέω
Παραδείγματα χρήσης
- Το νέο διοικητικό συμβούλιο συγκροτήθηκε χθες με αντιπροσώπους από όλη τη χώρα.
- Πριν την παρουσίαση, χρειάστηκε λίγη ώρα για να συγκροτηθώ και να μιλήσω με ηρεμία.
- Οι εθελοντές συγκροτούμαστε σε μικρές ομάδες ανά τομέα εργασίας.
- Η ιδέα για το πρόγραμμα συγκροτείται σταδιακά μέσα από τις συζητήσεις.
- Το διάσπαρτο αρχείο τελικά συγκροτήθηκε σε μια ολοκληρωμένη έκθεση.