στοιχηματίζω
ρήμα1. Τοποθετώ χρήματα, αντικείμενα ή άλλη αξία πάνω σε ένα αναμενόμενο αλλά αβέβαιο αποτέλεσμα με σκοπό το πιθανό κέρδος.
2. Διακινδυνεύω ή στηρίζω μια πρόβλεψη στην πιθανότητα να συμβεί ένα γεγονός, αποδεχόμενος το ενδεχόμενο απώλειας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε Σαββατοκύριακο στοιχηματίζω σε αγώνες ποδοσφαίρου.
- Αν πρέπει να μαντέψω, στοιχηματίζω ότι θα βρέξει το απόγευμα.
- Στην επόμενη επένδυση στοιχηματίζω το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου μου.
- Στο καζίνο στοιχηματίζω πάντα λίγα λεφτά, δεν το παρακάνω.
- Δεν στοιχηματίζω χωρίς να έχω μελετήσει πρώτα τις πιθανότητες.