σκαλί
ουσιαστικό1. Μικρό επίπεδο λίθινο ή ξύλινο σκαλοπάτι που αποτελεί τμήμα σκάλας και χρησιμεύει για το ανέβασμα ή κατέβασμα.
2. Επίπεδο ή προεξοχή σε έδαφος ή κατασκευή όπου πατά κανείς προσωρινά για στήριξη ή για να φτάσει ψηλότερα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρόσεχε το σκαλί στην είσοδο, είναι σπασμένο.
- Κάθε σκαλί της καριέρας της το κέρδισε με σκληρή δουλειά.
- Το σκαλί στο ξύλινο κουτί ήταν λεπτοδουλεμένο και όμορφο.
- Με την προαγωγή ανέβηκε ένα σκαλί πιο πάνω στην ιεραρχία.
- Προχωράμε σκαλί-σκαλί προς την ολοκλήρωση του σχεδίου.