σκέτα
επίρρημα1. Χωρίς πρόσθετα, συνοδευτικά ή τροποποιήσεις, ώστε κάτι να παραμένει στην αρχική ή βασική του μορφή (π.χ. ρόφημα ή φαγητό χωρίς πρόσθετα).
2. Χωρίς τίποτε επιπλέον ή άλλη συνοδεία, δηλώνοντας ότι κάτι υπάρχει ή γίνεται μόνο του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
γλυκός ζαχαρούχος αρωματισμένος στολισμένο διακοσμημένο εμπλουτισμένο εντυπωσιακά γεμάτος πλούσιος ανακατεμένος συνδυασμένος παραγεμισμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Θέλω τον καφέ σκέτα, χωρίς ζάχαρη ή γάλα.
- Της αρέσουν τα μπισκότα σκέτα, χωρίς γέμιση.
- Ήρθε σκέτα χθες το βράδυ, χωρίς παρέα.
- Το ποτό το πίνω σκέτα όταν θέλω κάτι πιο δυνατό.
- Φάγαμε το κέικ σκέτα, γιατί δεν είχε γλάσο.