σβέλτος
επίθετο1. Που κινείται με ταχύτητα και ακρίβεια, επιδεικνύοντας ζωηρή αντίδραση και εύκολη προσαρμογή στις αλλαγές της κίνησης.
2. Που έχει λεπτή, σφιχτή ή αεράτη σωματική διάπλαση, δίνοντας εντύπωση ικανότητας για γρήγορες κινήσεις.
Συνώνυμα
ευκίνητος ευέλικτος αλτικός γρήγορος ταχύς ελαφροπόδαρος δραστήριος λεπτοκαμωμένος αστραπιαίος σπιρτόζος ζωηρός αέρινος ξύπνιος έξυπνος λιγνός σφριγηλός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δρομέας είναι σβέλτος και τερμάτισε πρώτος.
- Με σβέλτο βήμα πέρασε την πλατεία πριν προλάβω να τον χαιρετήσω.
- Η εξυπηρέτηση ήταν σβέλτη, μας έφεραν το φαγητό μέσα σε δέκα λεπτά.
- Απάντησε σβέλτα στο e-mail και έκλεισε το ραντεβού.
- Οι σβέλτοι μαθητές ολοκλήρωσαν την άσκηση γρήγορα.