σαστίζομαι
ρήμαΒρίσκομαι ξαφνικά σε κατάσταση έκπληξης, αμηχανίας ή σύγχυσης, με αποτέλεσμα να δυσκολεύομαι να αντιδράσω ή να σκεφτώ καθαρά.
Συνώνυμα
αποσβολώνομαι μουδιάζω ζαλίζομαι φρικάρω τρομάζω μπερδεύομαι αναστατώνομαι συγκλονίζομαι τρομάζομαι ταράζομαι ξαφνιάζομαι αιφνιδιάζομαι καθηλώνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν άκουσα τα ξαφνικά νέα, σαστίζομαι για λίγα δευτερόλεπτα.
- Μπροστά στην απρόσμενη ερώτηση, σαστίζομαι και δεν απαντώ αμέσως.
- Η απότομη αλλαγή των σχεδίων με έκανε να σαστίζομαι.
- Στο σκοτάδι του άγνωστου δρόμου, σαστίζομαι και κοιτάζω γύρω μου.
- Με τόση πίεση και φασαρία, σαστίζομαι εύκολα.