σαβούρα
ουσιαστικό1. Άχρηστο ή χαμηλής αξίας υλικό, αντικείμενα ή απορρίμματα που περισσεύουν και πετιούνται.
2. Κάτι πρόχειρο, κακότεχνο ή χωρίς ποιότητα, που θεωρείται ότι δεν έχει ιδιαίτερη αξία.
Συνώνυμα
σκουπίδι απορρίμματα σκουπίδια μπάζα άχρηστα παλιοπράγματα σαράβαλο σκύβαλο χάλια μπιχλιμπίδι χάλι ευτελή μετριότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πέταξε τη σαβούρα από το δωμάτιο και το τακτοποίησε αμέσως.
- Η αποθήκη ήταν γεμάτη σαβούρα που δεν χρειαζόταν κανείς.
- Στο διαδίκτυο κυκλοφορεί πολλή σαβούρα και πρέπει να φιλτράρουμε τις πηγές.
- Ο παλιός εξοπλισμός κατέληξε για σαβούρα.
- Το κιβώτιο ήταν τόσο βαρύ που πρόσθεσαν λίγη σαβούρα για να ισορροπήσει το πλοίο.