ρόφημα

ουσιαστικό

Υγρό ή μίγμα κατάλληλο για πόση, παρασκευασμένο συνήθως με εκχύλιση, διάλυση, ζύμωση ή ανάμειξη συστατικών (π.χ. κόκκοι, φύλλα, καρποί, σκόνες, αρωματικά) και προσφερόμενο για θρέψη, αναψυχή ή ευχαρίστηση· μπορεί να σερβίρεται θερμό ή κρύο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πίνω κάθε πρωί ένα ζεστό ρόφημα για να ξυπνήσω.
  • Ο γιατρός σύστησε ένα βοτανικό ρόφημα για την πέψη.
  • Βρήκα στο σούπερ μάρκετ ένα νέο αθλητικό ρόφημα για γρήγορη αποκατάσταση.
  • Κατά τη νηστεία προτιμώ ένα απλό ρόφημα χωρίς γαλακτοκομικά.
  • Στο μενού του καφέ υπάρχει ειδικό ρόφημα με βανίλια και μέλι.