ρόπαλο
ουσιαστικόΣτερεό ραβδί, συνήθως κοντό και χοντρό, κατασκευασμένο από ξύλο ή άλλο ανθεκτικό υλικό, με το οποίο χτυπούν· χρησιμοποιείται ως όπλο ή εργαλείο για κτύπημα, άμυνα ή εκφοβισμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη σκηνή του εγκλήματος βρέθηκε ένα ρόπαλο.
- Ο αστυνομικός σήκωσε το ρόπαλο για να συγκρατήσει το πλήθος.
- Ο παίκτης χτύπησε τη μπάλα με το ρόπαλο και την έστειλε μακριά.
- Χρησιμοποίησε το επιχείρημά του σαν ρόπαλο στην τηλεοπτική συζήτηση.
- Το ξύλινο ρόπαλο ήταν γεμάτο χαρακιές και σημάδια φθοράς.