ραφή
άλλο1. Ράμμα ή σειρά βελονιών που ενώνει δύο ή περισσότερα κομμάτια υφάσματος, δέρματος ή άλλου υλικού.
2. Το σημείο όπου ενώνονται με ραφή δύο επιφάνειες ή μέρη ενός αντικειμένου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ραφή του φορέματος έγινε στο χέρι.
- Η χειρουργική ραφή επουλώθηκε γρήγορα.
- Στην άκρη του υφάσματος φαινόταν η ραφή.
- Ο γιατρός έβαλε δύο ραφές στο μικρό τραύμα.
- Η ραφή του παλιού σάκου είχε ανοίξει.